Η σύγκρουση γιγάντων μεταξύ του Ντόναλντ Τραμπ και του Ίλον Μασκ έχει λάβει πλέον διαστάσεις πολιτικού και επιχειρηματικού σεισμού. Οι δύο πρώην σύμμαχοι βρίσκονται σε ανοιχτή ρήξη, με βαριές εκφράσεις, δημόσιες προσβολές και πολιτικά υπονοούμενα που τραβούν το ενδιαφέρον διεθνώς.
Ο Αμερικανός πρόεδρος ξεκαθάρισε στο Fox News πως δεν έχει καμία πρόθεση να συνομιλήσει με τον Μασκ, τον οποίο χαρακτήρισε ως «εκτός ελέγχου». Αφορμή για το νέο ξέσπασμα αποτέλεσε η δημοσκόπηση που ανήρτησε ο Μασκ στο Χ, θέτοντας το ενδεχόμενο να στηρίξει νέο πολιτικό φορέα – μια κίνηση που ο Τραμπ υποβάθμισε, αλλά προκάλεσε έντονη αναταραχή.
Η κόντρα μεταφέρθηκε στα social media, όπου ο Τραμπ αποκάλεσε τον Μασκ “εχθρό”, ενώ ο δισεκατομμυριούχος απάντησε πως ο Τραμπ δεν θα είχε εκλεγεί χωρίς τη στήριξή του. Επιπλέον, έριξε λάδι στη φωτιά υπονοώντας πως το όνομα του προέδρου βρίσκεται στη διαβόητη λίστα του Τζέφρι Επστάιν.
Παρά το παρελθόν στενής συνεργασίας, που ξεκίνησε όταν ο Τραμπ ανέθεσε στον Μασκ ρόλο στον Λευκό Οίκο για θέματα αποδοτικότητας, η ρήξη ήταν αναπόφευκτη. Η απόσυρση του Μασκ και η δημόσια επίθεση στο φορολογικό νομοσχέδιο του Τραμπ, το οποίο χαρακτήρισε ως «αηδιαστικό σίχαμα», έθεσαν τέλος στη σχέση τους.
Ο Τραμπ αντεπιτέθηκε δηλώνοντας πως διέγραψε τις φορολογικές υποχρεώσεις για τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα που ευνοούσαν τον Μασκ, προκαλώντας τον να αποχωρήσει οριστικά. Από την πλευρά του, ο Μασκ συνέχισε την αντιπαράθεση, ανοίγοντας μέτωπο και με τον Στιβ Μπάνον, τον οποίο χαρακτήρισε «εγκληματία που προωθεί το έγκλημα».
Το πολιτικό παρασκήνιο είναι έντονο, καθώς ο Μπάνον – πρώην σύμβουλος του Τραμπ – δήλωσε πως «δεν υπάρχει επιστροφή» για τον Μασκ, πυροδοτώντας περαιτέρω την ήδη φορτισμένη κατάσταση. Υπενθυμίζεται ότι ο Μπάνον καταδικάστηκε το 2022 για περιφρόνηση του Κογκρέσου και εξέτισε τέσσερις μήνες φυλάκιση.
Αναλυτές εκτιμούν ότι κανένας από τους δύο δεν θα ωφεληθεί μακροπρόθεσμα από αυτή τη δημόσια διαμάχη. Παρά τις προσπάθειες αποκλιμάκωσης, θεωρείται απίθανο να υπάρξει πραγματική εκεχειρία, καθώς και οι δύο διαθέτουν ισχυρές προσωπικότητες και μέσα επιρροής.
Η ένταση φτάνει και σε διεθνές επίπεδο, καθώς ακόμη και η Ρωσία – μέσω Μεντβέντεφ – παρενέβη ειρωνικά προσφερόμενη ως διαμεσολαβητής.
Πρόκειται για μια σύγκρουση με τεράστιο πολιτικό και επικοινωνιακό αντίκτυπο, που αναμένεται να απασχολεί την κοινή γνώμη και τις αγορές για πολύ καιρό.
