Σημαντικά Νέα

«Νέο πλήγμα για την τουρκική οικονομία από το αμερικανικό εμπάργκο πετρελαίου στο Ιράν»

Παρά τις διαβεβαιώσεις Αμερικανών αξιωματούχων πως υπάρχει επάρκεια προσφοράς στην αγορά πετρελαίου, η τιμή του Brent ξεπέρασε την Πέμπτη τα 75 δολάρια το βαρέλι, για πρώτη φορά το 2019.

Η απόφαση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να επιδιώξει την πλήρη διακοπή των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου θα πλήξει οικονομικά αρκετές χώρες, κυρίως ασιατικές, που προμηθεύονταν μεγάλες ποσότητες ιρανικού πετρελαίου, αλλά πρωτίστως την Τουρκία.

Το Ιράν είναι ο τρίτος μεγαλύτερος προμηθευτής της Τουρκίας, μετά το Ιράκ και τη Ρωσία, και η προοπτική αύξησης του κόστους της ενέργειας είναι το τελευταίο πράγμα που χρειάζεται η τουρκική οικονομία, η οποία ήδη βρίσκεται σε ύφεση από τα μέσα του 2018. Το ενδεχόμενο να αγνοήσει η Τουρκία την αμερικανική απαγόρευση και να διακινδυνεύσει τον αποκλεισμό της από το αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα θεωρείται υπερβολικό ακόμη και για τον Ταγίπ Ερντογάν, καθώς θα οδηγούσε σε κατάρρευση της τουρκικής οικονομίας εντός εβδομάδων.

Γενικότερα, η απόφαση της Ουάσιγκτον να επιβάλει δρακόντειες κυρώσεις κατά όσων χωρών ή εταιρειών συνεχίσουν να προμηθεύονται πετρέλαιο από το Ιράν θα πλήξει κυρίως χώρες της Ασίας που μέχρι σήμερα προμηθεύονταν τις μεγαλύτερες ποσότητες.

Προφανώς, το μεγαλύτερο χτύπημα θα το δεχθεί το ίδιο το Ιράν, που κάλυπτε περίπου το 40% των δαπανών του προϋπολογισμού του από τις εξαγωγές πετρελαίου.

Η Κίνα, η Νότιος Κορέα, η Ινδία και η Ιαπωνία και η Τουρκία ήταν οι μεγαλύτεροι αγοραστές ιρανικού πετρελαίου τον Μάρτιο, σύμφωνα με στοιχεία του Bloomberg.

Οι ευρωπαϊκές χώρες δεν είχαν αγοράσει καθόλου ιρανικό πετρέλαιο τον Μάρτιο (η Ελλάδα, η Ιταλία και η Ταϊβάν είχαν εξαιρεθεί μαζί με τις προηγούμενες πέντε χώρες από την αμερικανική απαγόρευση).

Οι εισαγωγές της Κίνας είχαν ανέλθει τον Μάρτιο σε 613.000 βαρέλια την ημέρα, της Νοτίου Κορέας σε 387.000, της Ινδίας σε 258.000, της Ιαπωνίας σε 108.000 και της Τουρκίας σε 97.000 βαρέλια την ημέρα.

Ωστόσο, σε αντίθεση με την Αγκυρα, οι υπόλοιποι διαθέτουν αρκετές εναλλακτικές επιλογές, έστω και αν είναι ακριβότερες από το ιρανικό πετρέλαιο, και κυρίως δεν βρίσκεται σε κρίση η οικονομία τους.

Για τον Ταγίπ Ερντογάν η απόφαση των ΗΠΑ δεν θα μπορούσε να έρθει σε χειρότερη στιγμή. Η τουρκική οικονομία αναπτύχθηκε με ρυθμό μόλις 2,5% το 2018, από 7,4% το 2017, και βρίσκεται σε ύφεση από το δεύτερο εξάμηνο του προηγούμενου έτους. Η λίρα έχει υποχωρήσει έναντι του δολαρίου κατά 10% από την αρχή του έτους, ενώ πέρυσι είχε υποχωρήσει κατά περίπου 30%. Η εξασθένηση της λίρας –την Πέμπτη είχε υποχωρήσει στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων έξι μηνών έναντι του δολαρίου, καθιστά ακόμη πιο ακριβή την εισαγωγή πετρελαίου. Επιπλέον, ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις, τη στιγμή που ο πληθωρισμός βρίσκεται στην Τουρκία στο 20%, και εμποδίζει την κεντρική τράπεζα να μειώσει το βασικό επιτόκιο δανεισμού ώστε να ενισχύσει την οικονομία.

Οι ευκολότερες εναλλακτικές λύσεις για την Τουρκία είναι να ενισχύσει τις εισαγωγές από το Ιράκ (24% τον Ιανουάριο) και τη Ρωσία (15%), ενώ το ενδεχόμενο να κερδίσει ο Ερντογάν εξαίρεση από την Ουάσιγκτον είναι πολύ μικρό, δεδομένης της έντασης μεταξύ των δύο χωρών και της απόφασης Ερντογάν να αγοράσει τους ρωσικούς πυραύλους S-400. Ωστόσο, οι αγωγοί μεταξύ Ιράκ και Τουρκίας είναι κατεστραμμένοι σε πολλά σημεία, περιορίζοντας τις εισαγωγές, ενώ η Τουρκία για πολιτικούς και τεχνικούς λόγους (ασυμβατότητα με τα διυλιστήριά της) δεν θέλει να αγοράσει πετρέλαιο από τη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.